Στο Αμμούδι πριν πολλά πολλά πολλά χρόνια….

Σεπτέμβρης πριν από πολλά πολλά πολλά  (χαχαχα…σιγά μην σας πω πόσα ακριβώς) χρόνια. Η κολλητή μου και εγώ με δυο εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού ξεκινάμε για Σαντορίνη. Διεύθυνση καταλύματος : Αμμούδι, Οία.

Φτάνουμε στον Πειραιά ξημερώματα. Πρωί πρωί στις 7 σαλπάρει το πλοίο. Πιάνουμε θέση στο κατάστρωμα και η μέρα κυλάει όμορφα πιάνοντας κουβέντα με  ένα δάσκαλο που τον πρωτοδιόρισαν στη Σίκινο (τι είν’ τούτο;) Ο άνθρωπος είναι απαρηγόρητος γιατί στο νησί έμαθε πως κατοικούν τρεις  και ο κούκος -και μάλλον μόνο ο κούκος κυκλοφορεί….

Όταν το πλοίο φτάνει στο «τούτο», αγκυροβολεί καταμεσής στο πέλαγος και μια βάρκα έρχεται να παραλάβει τους επιβάτες! Αυτό δεν το είχαμε ματαξαναδεί. Τσακίζουν  τα φτερά του δασκάλου που πόσες ώρες πριν προσπαθούσαμε να υψώσουμε!

Φτάνουμε στο λιμάνι της Σαντορίνης την ώρα που νυχτώνει. Πώς πάμε στην Οία; Με το λεωφορείο της γραμμής φυσικά. Ανεβαίνουμε στο λεωφορείο. «Να καθίσουμε  μπροστά μπροστά». Αμέ! Αμ πώς!

Αρχίζει η ανάβαση. Πιάνει η μια το χέρι της αλληνής. Στροφές, σχεδόν κάθετη ανηφοριά, σκοτεινιά,  το λεωφορείο έρχεται σχεδόν κατά μέτωπο με ένα αυτοκίνητο στο δρόμο…αχ …θα συγκρουστούμε… φιου!… το γλυτώσαμε…κάτι μάλλον θα ξέρουν οι ντόπιοι οδηγοί για αυτό το δρόμο όρθια σκουλικαντέρα! (Πολύ αργότερα έμαθα από πρώτο χέρι για τη «συνεννόηση» των οδηγών σε τούτο το δρόμο. Για να χωράνε στις στροφές όταν υπάρχει μεγάλο όχημα, ο ένας μπαίνει στο ρεύμα του άλλου…)

Με τα πολλά και την ψυχή στην κούλουρη, πατάμε το πόδι μας στην Οία βράδυ. Κανείς στο δρόμο. Ερημιά. Μέσα στην αγωνία και την έκπληξή μας, ίσα που διακρίνουμε κάτι σπίτια αχνοφώτιστα,  κρεμασμένα στο γκρεμό.  Πώς να βρούμε την κυρία που θα μας οδηγήσει  στο δωμάτιο; Κάτι από τις οδηγίες που μας είχε δώσει τηλεφωνικά, κάτι το ένστικτό μας, κάτι τα αγγελάκια μας, βρίσκουμε την κυρία. Μας ταχτοποιεί προσωρινά σε κάποιο δωμάτιο, γιατί στο δικό μας είναι δύσκολο να έχουμε πρόσβαση βραδιάτικα(!!!).

Υπέροχες οι πρώτες εντυπώσεις! Παραδοσιακό σπιτάκι στην καλντέρα* με θέα το απέραντο γαλάζιο και το νησί  Θηρασιά απέναντι. Πάτωμα σαν τσιμεντένιο στο χρώμα της ώχρας. Λευκοί τοίχοι και ταβάνι θόλος. Ξύλινοι σκαλιστοί καναπέδες στο σαλονάκι.  Νεροχύτης, μικρός πάγκος σε μια άκρη και ένα ντουλάπι που το ανοίγεις και σου αποκαλύπτονται μάτια πετρογκάζ για μαγείρεμα.

Σκάλες στην άλλη άκρη που οδηγούν σε ένα πατάρι. Ω! Κρεβάτι χτιστό παράλληλα με τα ξύλινα κάγκελα του παταριού και θέα στο πέλαγος μέσα από ένα μικρό παραθυράκι , ίσα-ίσα, απέναντι.

Ψόφιες από κούραση, μα  χαρούμενα εντυπωσιασμένες, πέφτουμε για ύπνο.

Το πρωί μας βρίσκει ακόμα πιο έκπληκτα εντυπωσιασμένες από αυτό που αντικρίζουμε από το μπαλκόνι μας: σπίτια ολόγυρα, θολωτά και μη, κάποια ολόλευκα, άλλα βαμμένα στο χρώμα του κεραμιδιού, της ώχρας, του πορτοκαλιού, του καθάριου Αιγαίου. Όλα χτισμένα στην άκρη του γκρεμού σα βγαλμένα από τα βράχια, με την ταράτσα τού κάτωθεν  να γίνεται το μπαλκόνι του άνωθεν! Μαγεία!

Και έρχεται η στιγμή να πάμε στο κανονικό κατάλυμά μας. Στο Αμμούδι.»Πού  βρίσκεται το Αμμούδι;» «Από δω κάτω. Είναι το ένα από τα δυο λιμανάκια της Οίας. Το άλλο είναι η Αρμένη. » «Και πώς θα πάμε κάτω;» » Είτε με τα πόδια, είτε με μουλάρια.» Ουπς! Αστάθμητος παράγοντας! 214 τα φαρδιά πλατιά σκαλοπάτια. Και τα μουλάρια δεν κάνουν συνέχεια διαδρομές! Ξανά ουπς!

Παίρνουμε τα κλειδιά , φορτωνόμαστε τα σακίδια -το δικό μου σχεδόν ίσα με το μπόι μου- και ξεκινάμε το κατέβασμα. Μας βγαίνει η γλώσσα. Μα το πιο τρομακτικό είναι πως αυτή τη διαδρομή χρειάζεται να την κάνουμε τουλάχιστον μια φορά τη μέρα, ανέβασμα-κατέβασμα.

Στο Αμμούδι υπάρχει ένα καφενείο-να-το-κάμει-ο-Θεός μοναχά και μερικά σπίτια ψαράδων. Το δικό μας το πρώτο τουριστόσπιτο. Λαχείο! Γιαυτό το παραχώρησαν στο πρόγραμμα!

Παρόλη την άγρια ερημιά του τοπίου, το σπίτι είναι το ίδιο εντυπωσιακά όμορφο, παραδοσιακό, με εκείνο που μείναμε. Με τη μόνη διαφορά την πιο άμεση πρόσβαση -τουλάχιστον οπτική-  στη θάλασσα.

Η φιλενάδα πιάνει φιλίες με τους ψαράδες από την πρώτη μέρα. Στο στοιχείο της! Εγώ ξεκινώ την εξερεύνηση της περιοχής. Βράχια, βράχια, βράχια…. ένα μονοπάτι ανάμεσά τους οδηγεί στο σημείο από όπου κολυμπώντας στη μαύρη-μαυρίλα-πλάκωσε θάλασσα, φτάνεις στο νησάκι με την εκκλησίτσα του Άι Νικόλα.

Από τη δεύτερη κιόλας μέρα, πάντως, η φιλενάδα ξεψαρίζει πρωινιάτικα τα δίχτυα με τον άντρα της κυρίας Κατίνας (σημερινής διάσημης  για όλες τις νοστιμιές που μαγειρεύει, και κυρίως για τους ντοματοκεφτέδες της, στην ομώνυμη ταβέρνα της). Εγώ ξυπνώ πιο αργά και τους συνοδεύω στο καφεδάκι και στις κουβέντες. Μα τι ωραίο μουχαμπέτι έχουμε με την κυρα-Κατίνα, τον άντρα της και δυο-τρεις άλλους ψαράδες με  σοφίες και  ιστορίες  θαλασσινές!

Για μπάνιο δυο λύσεις υπάρχουν: είτε μπαίνεις από μια μικρούλα παραλία-λιμανάκι, είτε γδέρνεις το μαγιό στα βράχια για να γλιστρήσεις στο νερό. Α ναι , και μια τρίτη, που για μένα είναι άκυρη εντελώς: βουτάς από τα βράχια στη θάλασσα! Σε καμία των περιπτώσεων!

Η Οία το βραδάκι είναι ήσυχη και το βράδυ έρημη σχεδόν, τέτοια εποχή. Υπάρχουν μερικά καφέ ανοιχτά και εκείνα μέχρι κάποια ώρα. Η μοναδική στιγμή που το χωριό σφύζει από κόσμο είναι πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ηλιοβασίλεμα. Τότε που τα λεωφορεία μεταφέρουν τον κόσμο να ακροβολιστεί εκεί στην άκρη της Οίας, στην περιοχή του κάστρου για να δει τον ήλιο να βυθίζεται στο Αιγαίο.

Που  ανάθεμα και αν καταλαβαίνω το λόγο που όλοι συνωστίζονται  για να το δουν και χειροκροτούν στο τέλος κιόλας! Λες και επιβραβεύουν τον ήλιο που πέφτει μεν αλλά δε χτυπάει και …χμ…να γιατί το ηλιοβασίλεμα τούτο είναι διάσημο! Χαχα… Ωστόσο, ο  ήλιος βυθίζεται στη θάλασσα και σε άλλα μέρη. Το μόνο που παραμένει για μένα μαγικό εδώ  είναι το περιβάλλον τοπίο. Το ότι βρίσκεσαι ψηλά, πάνω από τα κρεμάμενα σπιτάκια. Το ότι σε περιτριγυρίζει το μαύρο της πέτρας της ηφαιστειακής και τα άλλα χρώματα αυτού του ηφαιστειογεννημέννου τόπου. Α, και τα χρώματα του ουρανού! Ω, αυτά τα χρώματα που κάθε φορά  είναι αλλιώτικα!

Μια μέρα ένας από τους φίλους ψαράδες μας βάζει στη βάρκα του. Για να  μας κάνει βόλτα στην καλντέρα. Για να δούμε την Οία και το Αμμούδι όντας στη θάλασσα. Που είναι η αγαπημένη του όψη της πατρίδας του. Μένουμε με το στόμα ορθάνοιχτο. Περισσότερο ίσως από το κανονικό, γιατί νιώθουμε μικροσκοπικότατες μπροστά στο νησί που υψώνεται πελώριο μπρος μας.

Φεύγουμε τελικά από το Αμμούδι με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Παρόλη την κούραση του καθημερινού ανεβοκατεβάσματος των σκαλιών. Παρόλα τα εντέλει γδαρμένα από τα βράχια μαγιό.  Παρόλη την ερημιά και την έλλειψη νυχτερινής ζωής.

Η ενέργεια αυτού του τόπου είναι διαφορετική. Μμμμ… Το νιώθω πως με καλεί και θα με ξανακερδίσει…

 

ΥΓ:

1) Το νησί με κάλεσε στα αλήθεια. Και  κάποια χρόνια μετά έμεινα εκεί μόνιμα για έξι περίπου χρόνια. Θα σας τα πω άλλη φορά. Θα σας ξεναγήσω και στη «νέα» Σαντορίνη.

2) Οι φωτό είναι τωρινές από το διαδίκτυο. Στα τοτινά ταξίδια μου δεν με ενδιέφερε ούτε φωτογραφική μηχανή να κουβαλώ. Τύπωνα τις εικόνες στην ψυχή και μου ‘φτανε.

………………………

* Έτσι μας είπε η κυρία πως ονομάζονται τα γκρέμια τα ηφαιστειακά. Αργότερα έμαθα πως «καλντέρα» είναι στην ουσία το κομμάτι του νησιού που καταποντίστηκε από την ηφαιστειακή έκρηξη του 1641 -οι απόψεις διίστανται- και κατ’ επέκταση η απότομη πλαγιά του νησιού  προς τη θάλασσα.

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;