ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (3)

   Τότε ξεκίνησαν όλα. Μια  βραδιά του Ιούλη κάπου δεκαπέντε χρόνια πριν. Μια βραδιά περίεργη.

   Είχα έρθει στο πατρικό μου, στην πόλη μου, με διάθεση να μη βλέπω και να μη μιλάω σε κανέναν. Μαντρωμένη στο δωμάτιό μου χάζευα τα δέντρα και τα φυτά του κήπου.

   (Πώς τα καταφέρνει ο πατέρας μου κι έχει  έναν ωραίο κήπο,  είναι θαύμα. Άνευ γούστου ο ίδιος, έχει φυτέψει  τα φυτά όπως του ‘ρχόταν, το αποτέλεσμα ωστόσο  ψυχοθεραπευτικότατο!)

   «Τηλέφωνο, θυγατέρα!» Η φωνή της μαμάς μου.

   «Λοιπόν, φιλενάδα, όπως σου είπα πριν. Έρχομαι να σε πάρω στις εννιάμιση. Να είσαι έτοιμη.»

   Της το ‘χα πει και προηγουμένως ότι δεν είχα καμία διάθεση για πουθενά. Η Λιάνα ανένδοτη επέμενε.

   Εγώ ήθελα να μ’ αφήσει στον πόνο μου, διότι με πόνο είχα έρθει. Ο Θάνος, μπροστά στο γεγονός του αναγκαστικού φευγιού μου, λόγω τέλους σπουδών, μπερδεύτηκε, φοβήθηκε και ποιος ξέρει τι άλλο έπαθε και μου ζήτησε να μείνουμε φίλοι – το γνωστό κλισέ. Μου είπε ότι με αισθανόταν σαν αδελφή του. Φανταστικό! Δεν άντεξα και τον ρώτησα αν την αδελφή του την πηδούσε όπως  και μένα, μπας και καταλάβαινα κάτι. Σιγά! Εδώ δεν ήξερε αυτός τι του γινόταν, θα έβγαζα άκρη εγώ;


   Η  Λιάνα κατέφτασε σπίτι μου λίγο πριν τις εννέα και τέταρτο. «Ήρθα να σε πάρω σηκωτή, γιατί ήμουν σίγουρη πως εσύ ούτε καν κουνήθηκες από τη θέση σου τόση ώρα. Θα έρθεις οπωσδήποτε!»

   Τι την είχε πιάσει και για πρώτη φορά με πίεζε  να έβγαινα μαζί τους; Είχε έρθει, λέει,   ένας γνωστός της Θεσσαλονικιός. Είχαν βρεθεί στην Αθήνα (εκεί σπούδαζε η Λιάνα) και έκαναν πολύ καλή παρέα. Σύμφωνα με τις περιγραφές της ο Λεωνίδας ήταν πολύ γλεντζές και χαρούμενος τύπος. Τι καθόμουν στο σπίτι κι έκλαιγα τη μοίρα μου; Ας άφηνα το Θάνο να κουρεύεται.

   «Έλα, σου λέω, θα είναι κι ο αδελφός του. Ένα μανάρι μπουκιά και συχώριο,  τον είδα σε φωτογραφία».

   Δεν με παρατάς, βρε Λιάνα, πρόκοψα και με τους ωραίους και με τους καλούς και με όλους!

   Η φιλενάδα όμως είχε λυσσάξει –παράξενο!- να με βγάλει έξω. Αν το θέλει η μοίρα κάποιων ανθρώπων να βρεθούν, τότε όλοι και όλα βάζουν ένα χεράκι. Η Λιάνα απλά έβαλε χέρι στην ντουλάπα μου. Έβαζε-έβγαζε κρεμάστρες, τις επιθεωρούσε, τις ξανάβαζε μέσα, δίπλωνε-ξεδίπλωνε μπλουζάκια με αγωνία. Την παρακολουθούσα έκπληκτη, ανήμπορη να αντιδράσω.  Κάποια στιγμή σταμάτησε επιτέλους το ντελίριό της και μου πρότεινε ένα μαύρο κοντό φορεματάκι με τετράγωνο ανοιχτό καρέ που κούμπωνε στο αριστερό πλάι με κουμπιά.

   «Αυτό το βρίσκω πολύ super. Μαλλί, μακιγιάζ και είσαι κουκλάρα».

   Δεν είχα  κουράγιο να αντισταθώ άλλο  στις πιέσεις της. Πήρα ανόρεχτα το φόρεμα και ακολούθησα τις προσταγές της.

   Στο δρόμο μού τα ‘ψελνε.

   «Δεν σε καταλαβαίνω καθόλου. Αφού δεν τον πολυγούσταρες το Θάνο. Γιατί τα έχεις βάψει μαύρα τώρα; Αντί να χαίρεσαι την ελευθερία σου και να τον ευγνωμονείς κιόλας.  Ο άνθρωπος σε έβγαλε από τη δύσκολη θέση να του ζητήσεις εσύ να χωρίσετε. … Εγωισμός, φιλενάδα. Σε κάνει κακοδιάθετη ο πληγωμένος σου εγωισμός παρά ο πληγωμένος σου έρωτας…».

   Την άκουγα αμίλητη. Η σιωπή μου προς απάντησή της. Αφού είχε απόλυτο δίκιο.

   Ο Θάνος υπήρχε σε ρόλο διακοσμητικού και έτσι-για-να-λέμε-πως-έχουμε-κάποιον όλο τον προηγούμενο χειμώνα που το μυαλό μου και η ψυχή μου ήταν ολοκληρωτικά δοσμένη στη θεατρική ομάδα της σχολής. Όλα τα υπόλοιπα τα θεωρούσα  υπέροχα μια και ασχολιόμουν με κάτι που αγαπούσα. Το Θάνο δεν τον αγαπούσα σίγουρα. Όταν τέλειωσαν οι παραστάσεις έκλεισε η πόρτα της χαράς μου. Αυτομάτως άνοιξαν τα μάτια μου να δω  όσα με περιστοίχιζαν.

   Το Θάνο πρώτα απ’ όλα. Παραήταν καλός και ήσυχος και προβλεπόμενος για μένα. Έπληττα μαζί του. Με εκνεύριζε ώρες-ώρες. Το σεξ πάλι, χλιαρότατο.

   «Πού πας με το ψάρι, φιλενάδα, έχοντας έναν Άρη στον Τοξότη και μια Αφροδίτη στον Κριό; Εσύ ορμάς με τα κέρατά σου και φλέγεσαι κι ετούτος έρχεται με τα φτωχά του λέπια βουτηγμένος στα νερά και σε σβήνει…», αναφωνούσε σε κάποιο γράμμα της η Λιάνα. Το θυμήθηκα πάλι, της το είπα, μας έπιασαν τα γέλια, ευθύμησα.

 

   Φτάσαμε στο μπαρ ελαφρώς αργοπορημένες. Η ατμόσφαιρα υπέροχη. Ένα απαλό αεράκι μετρίαζε την καλοκαιρινή κάψα.

   Μεγάλη χαρά κι αλάφρωμα που ήμουν στο αγαπημένο μου στέκι και πάλι. Βρισκόταν μέσα στη φύση κυριολεκτικά. Δέντρα ολόγυρα. Ένας μεγάλος πλάτανος δέσποζε στη μέση του. Η μουσική καταπληκτική. Το προσωπικό το ίδιο. Όλοι  είχαν πια γίνει φίλοι μας.

   Στην είσοδο χαιρετούρες και φιλιά με τον ιδιοκτήτη, αγκαλιές με τον ένα σερβιτόρο, φιλιά με τον άλλο μπάρμαν, «πού είσαι, βρε κορίτσι μου και κάναμε μαύρα μάτια να σε δούμε; Σε έκλεψε το θέατρο, όλα καλά;»

   Η Λιάνα είχε ήδη προχωρήσει. Ούτως ή άλλως την είχαν υποδεχτεί όλοι προχθές,  που είχε καταφθάσει από Αθήνα.

   «Σε λιγότερο από ένα μήνα θα με έχετε εδώ συνεχώς», διαβεβαίωσα τον αγαπημένο μου Χριστόφορο.

   Έψαξα με το βλέμμα τη Λιάνα. Είδα ένα χέρι  να ανεμίζει στον ορίζοντα κάνοντάς μου σινιάλο. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Πασιχαρής η φιλενάδα μού  σύστησε το Λεωνίδα.

   «Και από δω ο αδελφός του ο Άρης».

   Χαμογελώντας στο Λεωνίδα ακόμα, άπλωσα μηχανικά το χέρι μου. Ταυτόχρονα, γύρισα το κεφάλι. Αστεράκια φωτεινά τρεμόπαιξαν στα μάτια μου. Έβλεπα μπρος μου έναν πολύ όμορφο, ψηλό και λεπτό,   μελαχρινό άντρα;-αγόρι;-νεαρό; Όρθιος, ακουμπούσε  με την πλάτη και με το δεξί του πόδι λυγισμένο σε ένα από τα δέντρα. Φορούσε τζιν παντελόνι και άσπρο πουκάμισο. Τα σηκωμένα του μανίκια άφηναν ακάλυπτα τα γυμνασμένα του μπράτσα. Στο ένα χέρι πέντε υπέροχα μακριά δάχτυλα κρατούσαν ένα ποτό. Στο άλλο ένα τσιγάρο. Την ώρα που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας είχε φέρει το τσιγάρο στο στόμα. Η όλη φάση μού θύμισε το Νίκο Κούρκουλο σε παλιά ταινία.

   Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι μας σύστηναν. Άφησε το τσιγάρο να αιωρείται στα σαρκώδη χείλια του και έσπευσε να μου τείνει το χέρι του.

   Πριν προλάβω να τα επεξεργαστώ όλα τούτα, έκανα  κιόλας χειραψία  με τον  άντρα-αγόρι-νεαρό και άκουγα μια άκρως αρρενωπή φωνή να λέει :

   «Χάρηκα πολύ. Άρης».

Είχα ήδη πει το όνομά μου;

Είχαμε ήδη πιάσει κουβέντα;

   Στο σκληρό μου δίσκο, πάντως,  είχαν καταγραφεί πληροφορίες όπως φοιτητής εξωτερικού, πόντιος,  Θεσσαλονίκη, Jack Daniels, ποδόσφαιρο, νέα βρετανική μουσική σκηνή, U2, έρωτας, καταπληκτική μυτούλα, τηλέφωνο.

   Επ, ποιο τηλέφωνο;

Μου έδωσε σε ένα χαρτάκι το τηλέφωνό του.

   «Θα με βρεις σε αυτό το νούμερο», μου είπε και με κάρφωσε με το βλέμμα του. Ήταν σαν να με έριξε με δύναμη στη γη, γιατί τόση ώρα χαμένη (από το σοκ) ήμουν. Του υποσχέθηκα, προσπαθώντας να δείξω αδιαφορία, πως θα του τηλεφωνούσα. Δε του αρκούσε τούτο.

   «Πάμε στοίχημα πως δεν θα τηλεφωνήσεις;»

   Πάτησε την αχίλλειο πτέρνα μου, τον εγωισμό μου. Λες και το ‘ξερε.

   «Θα σου τηλεφωνήσω και δεν βάζω κανένα στοίχημα».

   «Βλέπεις; Έχω δίκιο. Δεν θα το κάνεις. Έτσι το λες για να βγεις από την υποχρέωση και να σταματήσω να σε πρήζω».

   Πώς το ήξερε; Το έβαλα, ωστόσο, το στοίχημα.

(συνεχίζεται…)

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;