ΠΑ…ΘΟΣ … 💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (4)


   Πίσω στη Θεσσαλονίκη με περίμενε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και ένα σημείωμα στην πόρτα με το όνομά μου πάνω του. Το άνοιξα με απορία. Το διάβασα. Σημείωμα μεταμέλειας από το Θάνο! Ωραία! Συγκινήθηκα! Τώρα το είχε θυμηθεί; Κάλλιο αργά παρά ποτέ, λένε, μα για μένα ένιωθα πως το πουλάκι είχε πετάξει. Με έβαλες, κύριε Θάνο, σε μια διαδικασία να προσπαθήσω να σε ξεγράψω από τη ζωή μου και τώρα ξανά-μανά να σε ξαναβάλω; Τι είναι η καρδούλα μου; Ο Τιραμόλα;

   Εκεί έξω, στην πόρτα του φοιτητικού μου σπιτιού, έψαχνα  νευρικά το κλειδί στην τσάντα μου. Τσιμπήματα αλλεπάλληλα μου τρύπησαν ξαφνικά το στήθος. Θυμήθηκα τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου και το στρογγυλό σφουγγαράκι της, το επενδυμένο με χρωματιστό ύφασμα, πάνω στο οποίο έμπηγε τις καρφίτσες. Μου άρεζε να το κρατώ εγώ στη μικρή μου χούφτα και εκείνη να μπήγει με προσοχή τις καρφίτσες που έβγαζε από τον ποδόγυρο που μόλις είχε ραμπατέψει. Στη μεγάλη μου χούφτα κρατούσα τώρα την τρυπημένη μου καρδιά. Λύπη, θυμός, στενοχώρια, ενοχές, αμφιβολίες, εγωισμός,  όλα εκεί. Καρφίτσες στο σφουγγαράκι.

   Με ανάμεικτα συναισθήματα μπήκα στο σπίτι. Έκλεισα πίσω μου την πόρτα.

   Την έκλεινα για όλους εκείνους που ήθελαν συνειδητά ή ασυνείδητα να με πληγώσουν και να παίξουν με την ψυχή  μου…

 

Τετάρτη 4 Ιουλίου

   «…«Περιμένοντας έγινα δέντρο κι άπλωσα κλαδιά την αγκαλιά μου να τρέξεις, να χωθείς» κι άλλα τέτοια όμορφα, ε, τι να τον κάνεις μετά; Να τον φιλήσεις και να τον καταπιείς; Γι’ αυτό σου λέω περιμένω  κι εγώ να ξετινάξω από πάνω μου όλες αυτές τις κάμπιες που τόσα χρόνια φώλιασαν στην ψυχή μου, για να μπορέσω μετά ν’ αγκαλιάσω έναν άντρα σαν να αγκαλιάζω ανθισμένη αμυγδαλιά…

   …όταν περπατάς να προσέχεις το βήμα σου, όχι τις τρικλοποδιές των άλλων…

   …τα μάτια σου είναι επαρχιακός σταθμός που περιμένει χρόνια να    περάσει τρένο…

   …τα χνάρια σου πάνω στο κορμί μου ίδια διαδρομή χελώνας σε καυτή άμμο…

   … Έλα μαζί μου…δεν ξέρω τίποτα για τη λαγνεία του κορμιού σου, όμως έλα, όμορφη, μαζί μου…έλα να κάνουμε κόκκινη βροχή το σύννεφο της μίζερης ζωής μας, έλα…

   …χτυπάω το κορμί μου στη θάλασσά σου, να βρω τη μελωδία των κυμάτων σου…»

   Αποσπάσματα από το «Χειρόγραφο Της Ρωξάνης» του Σκούρτη και οι στίχοι που  ένας «τύπος» διάβαζε στην ηρωίδα.

   Με αναπτέρωσε το βιβλίο, μου έδωσε ένα όμορφο σκούντημα για ζωή βγάζοντάς με από το τέλμα της σύγχυσης. Ζωή είναι ο Θάνος, ο Άρης, εγώ , οι προβληματισμοί μου με τους δύο προηγούμενους, οι φιλενάδες μου, μα κυρίως εγώ. Ν’ αφεθώ ελεύθερη σ’ οτιδήποτε. Να ρουφήξω μέλι από οπουδήποτε. Να συμπαρασταθώ στο Θάνο για όσα του συμβαίνουν με τον πατέρα του (το θέμα θα διαιωνίζεται αν δεν αποφασίσει ο ίδιος ο Θάνος να πατήσει πόδι και να ορθώσει το ανάστημά του), να στενοχωρηθώ για μένα (σε λίγο καιρό αφήνω αυτή την πόλη), να ξεκαθαρίσω τη σχέση μας και να παραδεχτώ το τέλος της ενώπιον του Θάνου, πέρα από οίκτους και συμπόνιες. Να φλερτάρω και να εξυψώσω το γυναικείο ένστικτό μου με την παρουσία και τα λόγια του Άρη – ότε και αν αποφασίσω (και τολμήσω) να κάνω την κίνηση να έρθω σε επαφή μαζί του.

  Προφανώς ο Θάνος μπλέκεται μεταξύ λογικής και συναισθημάτων όσον αφορά εμένα. Εγώ μπλέκομαι μεταξύ εαυτού μου και εαυτού μου. Δεν  ξέρω τι θέλω κι αν θέλω από αυτόν. Μήπως τόσον καιρό είμαι μαζί του επειδή νιώθω ότι έχει ανάγκη από κάποιον άνθρωπο στο πλευρό του και έτσι ικανοποιώ τη Μητέρα-Τερέζα-πλευρά του εαυτού μου;

   Ωσάν καλό και γνήσιο ψαράκι που είμαι, μάλλον ψάχνω και κάτι τρανταχτό, και όχι μόνο ήπιο του τύπου «οικογενειακό συναίσθημα», για να με κρατήσει σε μια σχέση. Και τούτο το τρανταχτό, δυστυχώς ή ευτυχώς, ο Θάνος δεν το έχει.

*** 

   Οι επόμενες μέρες χωνευτήρι καταστάσεων και συναισθημάτων : γέλια με τα κορίτσια, άγχος με την εξεταστική, κλάματα του Θάνου  (είχε καταλάβει πως με ήθελε  -όχι σαν αδελφή του- και δεν μπορούσε να είναι μακριά μου), ζόρι με εύρεση προσωρινής κατοικίας (έληξε το συμβόλαιο, η συγκάτοικός μου είχε φύγει, έτσι άφησα το σπίτι) και … ένα χαρτάκι… Το  βρήκα μέσα σε μια τσέπη καθώς ταχτοποιούσα τα πράγματά μου μόλις εγκαταστάθηκα στο διαμέρισμα της Ρέας.

   Ήταν το χαρτάκι όπου ο Άρης είχε γράψει το τηλέφωνό του. Προς στιγμήν έσφιξα την παλάμη να το τσαλακώσω. Την ξέσφιξα το επόμενο δευτερόλεπτο. Το κοίταξα. Περίεργη γραφή. Με μια τσαπατσούλικη σταθερότητα και εντιμότητα.

   Δεν του είχα τηλεφωνήσει. Μάλλον προσπαθούσα να μην τον σκέφτομαι και κάθε φορά που ξεμυτούσε στο μυαλό μου, ξου-ξου τον έδιωχνα. Γιατί; Τι δονήσεις έπιανα από τη συνάντησή μου με τούτο τον άντρα και πισωπατούσα τρομαγμένη;

(συνεχίζεται…)

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;