ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (5)

   Ένα βράδυ ο Θάνος με ειδοποίησε πως θα ήταν με κάποιους φίλους του σε μια καφετερία για να δουν έναν  αγώνα μπάσκετ. Βρισκόμαστε που και που με το Θάνο. Τον λυπόμουν – εμένα να έβλεπα ποιος και πότε θα με λυπόταν! Εκείνος χαιρόταν όταν με έβλεπε. Έτρεφε, προφανώς,  φρούδες ελπίδες. Σκηνή από θεατρικό που φτάνει στο τέλος του ήμασταν παρά ζευγάρι.

   Έφτασα στην καφετερία. Πρόσωπα στραμμένα σε μια οθόνη όπου ανθρωπάκια έτρεχαν με γρήγορους ρυθμούς πάνω κάτω αλλάζοντας το σκορ και τη διάθεση των προσώπων. Ιαχές χαράς και γιουχαΐσματα εναλλάσσονταν αστραπιαία. Αισθάνθηκα ξένη εκεί. Άλλα ήθη, άλλες συνήθειες, άλλες προτεραιότητες, εντελώς άλλα ενδιαφέροντα. Δεν είχα θέση εκεί.

   Ο Θάνος διχασμένος ανάμεσα σε μένα και στην επιθυμία του να δείξει στους άλλους τα ανδρικά του ενδιαφέροντα. Ηθοποιός σε δυο ρόλους, κόπιαζε να μοιραστεί ανάμεσα σε  μένα και στον αγώνα. Ήταν λίγο για γέλια. Δεν υπήρχε λόγος πάντως να περνούσα έτσι μια βραδιά απ’ την πολύτιμη ζωή μου. Προφασίστηκα έκτακτη συνάντηση με τα κορίτσια και την κοπάνησα γρήγορα-γρήγορα. Με πίστεψε, δε με πίστεψε, ποιος ξέρει…

   Έβαλα το χέρι στην αριστερή τσέπη του παντελονιού μου. Ψαχούλεψα βαθιά. Το έπιασα. Το χαρτάκι. Εκείνη τη μέρα μου ‘χε έρθει να το στριμώξω στην τσέπη -όχι στο σακιδιάκι μου. Μέρες τώρα εκείνο το χαρτάκι με το τηλέφωνο του Άρη το ένιωθα  ζωντανό. Το είχα πάνω στο γραφείο μου. Έβλεπα τους αριθμούς πάνω του να σαλεύουν έτοιμοι να ξεπεταχτούν να πάρουν θέση, να φτιάξουν το περίγραμμα του άντρα που με είχε εντυπωσιάσει αλλά στον οποίο  δεν τολμούσα ακόμα να τηλεφωνήσω.

   Tο χαρτάκι είχε ζωντανέψει  πάλι. Πήρε το χέρι μου και σχημάτισε μόνο του ένα-ένα τα νούμερα στο καντράν του καρτοτηλεφώνου. Περίμενα. Μ’ έπιασε ταχυπαλμία. Ήθελα να κατεβάσω το ακουστικό, μα το χέρι μου και γω ολάκερη μέναμε παγωμένοι στο ίδιο σημείο όπως πριν.

   «Παρακαλώ…».

   Κοκάλωσα ακόμα περισσότερο. Ήταν η φωνή του σίγουρα. Εκείνη η αρρενωπή  φωνή που είχα καταγράψει. Μάζεψα τα κουράγια μου.

   «Γεια σου, Άρη. Είμαι…»

Δεν πρόλαβα να αποτελειώσω την επιδεικτικά άνετη  φράση μου.

   «Ε, δεν το πιστεύω! Ήμουν σίγουρος πως το στοίχημα το έγραψες στα παλιά σου τα παπούτσια και ήδη έχω βάλει τα μεγάλα μέσα για να βρω σημείο επαφής μαζί σου γιατί το ήθελα πολύ και σε λίγο μάλιστα περιμένω απάντηση από το Λεωνίδα ο οποίος θα έπαιρνε τη Λιάνα και … άστα-βράστα … τώρα τηλεφώνησες», άκουγα μια απνευστί χαρούμενη φωνή.

   Ο έκπληκτος και θριαμβευτικός συνάμα τόνος της φωνής του ζωγράφισε στο νου μου εικόνες αθλητών που πανηγυρίζουν τη νίκη τους με απανωτά δυναμικά τεντώματα του  χεριού προς τα πάνω κραυγάζοντας «γιούπιιι!!!».

 

   Κανονίσαμε να βρεθούμε σε μισή ώρα. Ήμουν απόλυτα σίγουρη πως ο Άρης θα μπορούσε ακόμα και να πετάξει για να έρθει  στη στιγμή στο σημείο όπου βρισκόμουν.

   Του είχα τηλεφωνήσει για να μη του έδινα το δικαίωμα να λέει πως είχα ξεχάσει το στοίχημά μας.

   Έτσι έλεγα σε μένα για να με ξεγελώ. Στο κάτω-κάτω, τι με ενδιέφερε τι θα έλεγε κάποιος που μου ήταν απαθής;

   Τον περίμενα στο σημείο που μου είχε υποδείξει. Κόντευα να λιποθυμήσω. Αναπνευστικές ασκήσεις ένα-δύο, εισπνοή-εκπνοή, μου θύμιζα έγκυο σε μάθημα ανώδυνου τοκετού. Τι ωδίνες θα είχα εγώ κι έπαιρνα μαθήματα; Τα πόδια μου σίδερα βιδωμένα στο πλακάκι του πεζοδρομίου.

   Μπα σε καλό μου!

   Έκανα τεράστιες προσπάθειες να μαζέψω τον εαυτό μου και να τιθασεύσω τις περίεργες αντιδράσεις του. Γιατί είχα τέτοια συμπτώματα; Εγώ  ήμουν πεπεισμένη πως  δεν με ενδιέφερε κανένας άντρας εκείνο το διάστημα.

   …Τις  πεποιθήσεις τις έχουμε για να μπορούμε οποιαδήποτε στιγμή να τις γκρεμοτσακίζουμε από το  βάθρο τους. …

   Τον είδα να ξεπροβάλλει από την απέναντι γωνία. Έψαχνε  με το βλέμμα προς το μέρος μου. Κρατούσε με το δείχτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού το τσιγάρο στο στόμα. Ίδια με τότε που τον πρωτοαντίκρισα. Μόλις με είδε πέταξε κάτω το τσιγάρο, το πάτησε βιαστικά με το πόδι κι έτρεξε προς εμένα. Αμήχανα χέρια συναντηθήκαν σε μια εξίσου αμήχανη χειραψία. Αμήχανες και οι ψυχές.

   Πριν συναντηθούμε λογάριαζα πως θα του ζητούσα να με αφήσει ήσυχη, να μην ασχοληθεί άλλο  μαζί μου και γεια χαρά, χάρηκα για τη γνωριμία.  Έλα όμως που είχαν περάσει τρεις ώρες κι εγώ ήμουν ακόμα εκεί κάνοντας και ακούγοντας εξομολογήσεις ζωής! Δεν προλαβαίναμε να πάρουμε σειρά. Το ένα θέμα έφερνε το άλλο και μετά το παράλλο και νυχτωθήκαμε και ούτε που το καταλάβαμε. Από την πάρλα μας ούτε ένα ποτό δεν ήπιαμε καλά-καλά.

   Έφτασε η ώρα να κλείσει το μαγαζί. Οι σερβιτόροι μας έδιωξαν διακριτικά. Τι να μας έκαναν τέτοιους πελάτες! Με αργά βήματα  πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι το δικό μου. Είχε προσφερθεί  να με συνοδέψει.

   Σε όλη τη διαδρομή ο Άρης σταύρωνε και ξεσταύρωνε τα μπράτσα λες και είχε τικ. Δυο παιδιά τα χέρια του που μάλωναν μοναχά τους δίχως αιτία. Γιατί άραγε; Μάλωνε κάτι μέσα του;

   Και τι μάλωνε στην ατμόσφαιρα; Ένιωθα μια ένταση.  Ένα  πεδίο ηλεκτρισμένο, σαν πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Μια ανησυχία.  Καθείς μας έκαμε ότι δεν καταλάβαινε. Ήθελα να το έβαζα στα πόδια και να έφευγα όσο το δυνατό πιο μακριά. Ή, μήπως, λαχταρούσα να κολλούσα επάνω του  και να μην ξεκολλούσα μέχρι το τέλος του  επόμενου αιώνα;

   Πείσμονες ορειβάτες μέσα στην καταιγίδα του κεραυνοβόλου έρωτα συνεχίσαμε να περπατάμε όμορφα κι ωραία  –μια ωραία πεταλούδα σ’ ένα κήπο μια φορά… –  κουβεντιάζοντας.

   Σύντομα, ή εμένα μου φάνηκε έτσι, φτάσαμε  στην είσοδο της πολυκατοικίας.

   (Γιατί να τελειώνουν τα όμορφα ταξίδια τόσο γρήγορα;  Πώς θα γίνει να πατάμε ένα κουμπί ώστε να καθορίζουμε εμείς οι ίδιοι το μήκος μια διαδρομής, χαλί που το ξετυλίγουμε όσο θέλουμε εμείς και μόνο!)

   Ιστός κολλώδης η ερωτική επιθυμία.  Μπλεγμένοι στις ίνες του εμείς, δεν εννοούσαμε  να τελειώσουμε τη συζήτηση.

   Κάποια στιγμή με  ευχαρίστησε ευγενικά για την υπέροχη βραδιά. Ανταπέδωσα τη φιλοφρόνηση. Ξεκλείδωσα υπό τη σιωπηλή παρακολούθησή του την πόρτα. Του χαμογέλασα. Προχώρησα προς το ασανσέρ. Περίμενε να με δει να μπαίνω μέσα.

   Η νύχτα κύλησε  με τον ήχο της φωνής του να πάλλεται ακόμα στα αυτιά μου.

   Το  τεράστιο χαμόγελο στο στόμα και στα μάτια του με συντρόφευε στο εξής, κινηματογραφική προβολή, στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου.

(συνεχίζεται…)

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;