ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (6)


   Μέσα της επόμενης βδομάδας μια κοπέλα από τη νοσηλευτική μου ζήτησε  να μεταφράσω επί πληρωμή την πτυχιακή της εργασία. Άλλη ιδιαίτερη απασχόληση δεν είχα, ένας τρόπος να αυξήσω το εισόδημά μου ήταν, δέχτηκα.  Μετέφραζα λοιπόν και δεν σκεφτόμουν.

   Τι να σκεφτόμουν; Ου, πολλά, δόξα το Μεγαλοδύναμο.

   Τα αισθήματά μου, πρώτα και καλύτερα. Τι ήταν ετούτο που ένιωθα για το Θάνο; Για πολλοστή φορά είχε έρθει με παρακάλια και συγγνώμες, μα εγώ ήμουν «τα τρένα που φύγαν, αγάπες μού πήρανε..». Κατέληξα πως περί οίκτου, από την πλευρά μου,  επρόκειτο.

   Αυτό, όμως, το έλεγε η λογική μου. Την καρδιά μου πώς θα την έπειθα  πως δεν γινόταν να είμαι ιατρός πάσης πασχούσης ψυχής; Πως δεν γινόταν κάθε φορά να συμπάσχω στην κυριολεξία  και να φορτώνομαι  του καθενός τα ψυχολογικά και συναισθηματικά τα οποία, εξάλλου,   αποτελούσαν συνέπεια των δικών του πράξεων; Είχα τα δικά μου θέματα να ασχοληθώ. Πάντα τα ξεχνούσα τα δικά μου. Πάντα, ωσάν το 166, έσπευδα όπου με χρειάζονταν αφήνοντας στην άκρη ό,τι απασχολούσε εμένα. Ήταν και ένας εύκολα δικαιολογήσιμος τρόπος φυγής από τον εαυτό μου και τα δικά μου βάσανα. Με έπειθα πως έτσι  εκτελούσα τα αλτρουιστικά μου καθήκοντα ως ανθρώπινο ον. Μου διέφευγε όμως πως, αν δεν λύσει κάποιος τα δικά του ζητήματα, πώς θα λύσει των αλλονών;

   Από την μια μεριά, λοιπόν,  έστεκα εγώ ταπεινά χαντακωμένη στη σπηλιά των αμφιβολιών, τύψεων και πασών  φόβων μου. Από την άλλη έστεκαν οι άλλοι (έτσι, σαν εκείνη την  ομότιτλη ταινία -τίνος άραγε; Κάποιου με λατινικές ρίζες νομίζω).

   Πρώτος ο Άρης, δυναμικός σαν το θεό του πολέμου και τρυφερός συνάμα σα θείο δώρο. Συχνά-πυκνά ερχόταν στο σπίτι  και με έβλεπε. Εγώ ούτε χρόνο, λόγω μετάφρασης, είχα, ούτε κέφια, λόγω συναισθηματικών συμπληγάδων.

   Συνήθως τον υποδεχόμουν στο κακό μου το χάλι. Αυτός,  όμως, έβρισκε τρόπο και έπιανε τον πιο κεφάτο σταθμό στο ραδιόφωνο της ψυχής μου. Τον αποχαιρετούσα  με τραγούδι στα χείλη. Και με την πικρή γεύση της αγνωσίας στο στόμα, της αγνωσίας της δικής του γεύσης, των χειλιών του. Εκείνων των σαρκωδών χειλιών που ανοιγόκλειναν και μου έλεγαν γλυκόλογα, με ντάντευαν ή με μάλωναν. Που τα ‘χα δει μια από κείνες τις μέρες στον ύπνο μου να φουσκώνουν μπαλόνια τεράστια και να γεμίζουν το δωμάτιο, το σπίτι ολόκληρο, αερόσακοι προστασίας και ηδονής μαζί.

   Κανείς μας δεν είχε κάνει καμιά κίνηση ερωτικής σωματικής επαφής. Ούτε καν μια αγκαλιά όταν, βαλαντωμένη στο κλάμα, μου χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά ή με ταρακουνούσε από το χέρι για να συνέλθω και να μου φωνάξει πως τίποτα δεν άξιζε τούτη τη στενοχώρια.

   Για κάποιον λόγο, που μόνο το σύμπαν γνωρίζει, κρατούσαμε τις στοιχειώδεις σωματικές αποστάσεις. (Τις ψυχικές τις είχαμε εκμηδενίσει προ πολλού.) Μη, τζιζ… Τα κορμιά μας θυμόταν το παράγγελμα των μεγάλων όταν, παιδιά, πλησιάζαμε φωτιά και φλόγα – ο,τιδήποτε έκαιγε τέλος πάντων.  Και τα κορμιά μας έκαιγαν.

   Στη μεριά των «άλλων» και ο Θάνος. Με τις μεταμέλειες, τις κλάψες και όλα τα μελό, τα οποία ένα μέρος του εαυτού μου συμπονούσε και ένα άλλο μέρος απεχθανόταν. Μου έφερνε μπροστά μου ένα αδιάφορο παρελθόν το οποίο ήθελα μεν να ξεφορτωθώ, δυσκολευόμουν δε να απελευθερώσω, καθότι ήταν σύμφωνο με τα κοινωνικά  status. Τα status που αναπόφευκτα κουβαλούσα στις υποσυνείδητες απογραφές-συσκευές  μου και τις οποίες δεν είχα προλάβει ακόμα να ξεδιαλέξω, ώστε τελικά να κρατήσω τις κατάδικές μου.

   Καλό παιδί ο Θάνος (αυτό πάλι το «καλό παιδί» ποτέ μου δεν μπόρεσα να το χωνέψω, καλά απαντούσε ένας φίλος «οι κακοί είναι στη φυλακή», εγώ και για αυτό αμφιβάλλω, εντελώς υποκειμενική η έννοια των δύο επιθέτων για μένα), από οικογένεια (λες και θα μπορούσε να ήταν από κάτι άλλο, από νεροχύτη ας πούμε), με καθώς πρέπει πτυχίο (του Πολυτεχνείου παρακαλώ), με έτοιμη δουλειά κληροδότημα του πατέρα και οικονομική αποκατάσταση.

   Ποσώς με ενδιέφεραν όλα τούτα εμένα. Εμένα άγγιζαν την ψυχούλα μου συναισθήματα. Γινόμουν κομμάτια και ανακατευόμουν συναισθηματικά όταν τον έβλεπα να κλαίει. Δεν με ενδιέφερε σαν άντρας πλέον, μα με πονούσε ο πόνος του…

(συνεχίζεται…)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;