ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (7)

   Ένα από κείνα τα μπερδεμένα απογεύματα  ήρθε ο Θάνος, ράκος και πάλι. Μου ζήτησε και γω δεν ξέρω τι. Από ένα σημείο και μετά είχα βάλει αόρατες ωτασπίδες. Δεν άκουγα τίποτα. Έβλεπα μόνο.  Ένα απομεινάρι αρσενικού που σερνόταν  κυριολεκτικά και μεταφορικά στα πόδια μου. Γιατί ακόμα τον ανεχόμουν; Τι μετρούσα εντός μου;

   Μου ζήτησε να πάμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Αυτό το άκουσα. Ίσως επειδή μου άρεσε η ιδέα να αποδράσω από την ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα του σπιτιού. Μπήκα στο αυτοκίνητο. Δέθηκα κατευθείαν με τη ζώνη. Δεν ένιωθα ανασφαλής με το Θάνο οδηγό. Ένιωθα ανασφαλής με την αναποφασιστικότητα τη δική μου.

   Πόση ανάγκη είχα από μια αγκαλιά γεμάτη σιγουριά και τρυφερότητα! Αν το καταλάβαινε εκείνη την ώρα ετούτο ο Θάνος και το έκανε έτσι όπως το λέω, θα με είχε κερδίσει!  Ο Θάνος, όμως, στον κόσμο του και διόλου παραέξω! Τον ένιωθα γαντζωμένο πάνω μου, χταπόδι εκατόποδο με τα πλοκάμια του γύρω μου να με σφίγγουν, να με σφίγγουν, να μου κόβουν την ανάσα. Κι ας μην με άγγιζε καν, καθισμένος σε απόσταση τουλάχιστον είκοσι εκατοστών στη θέση του οδηγού (είχε και αυτοκίνητο, άλλο ένα συν του, για κάποια άλλη όμως, όχι για μένα.)

   Με πήγε κάπου παραλιακά. Το φεγγάρι και η θάλασσα μπρος μας. Σε άλλη περίπτωση θα πετούσα στους ουρανούς. Σε εκείνη την περίπτωση πνιγόμουν. Λόγια, μουσικές, αυτοκίνητο, θάλασσα, αστέρια τυλίγονταν απειλητικά γύρω μου. Νόμιζα πως ήταν η απαρχή της τρέλας μου. Έπρεπε επειγόντως να φύγω. Μου πέρασε η σκέψη να ανοίξω την πόρτα και να το βάλω στα πόδια. Πού θα έβρισκα ταξί στην ερημιά, ωστόσο; (Δεν το είχα χάσει ακόμα το μυαλό μου ολότελα –ευτυχώς.)

   Μην ακούγοντας καν τι έλεγε, του ζήτησα να με πάει στο σπίτι. Με άκουσε. Πειθήνια πήρε το δρόμο της επιστροφής.

   Ξαφνικά του είπα να με αφήσει σε ένα κεντρικό σημείο της πόλης. Επέμενε να με πάει στο σπίτι. Εξάλλου, πού θα πήγαινα με τις παντόφλες και τις πιτζάμες! Επέμενα. Με άφησε. Μέσα στον όλο παραλογισμό μου είχα πάρει μαζί μου το πορτοφόλι μου. (Ευτυχώς!) Τόση ώρα το κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου. Σε εκείνο διοχέτευα το σφίξιμο το εσωτερικό μου.  Ψέλλισα ένα βιαστικό, απόκοσμο «γεια σου, Θάνο, να προσέχεις» και βγήκα από το αυτοκίνητο.

   Σαν να είχα μόλις βγει από θάλαμο αερίων στην καθαρή ατμόσφαιρα της εξοχής, έτσι μου φάνηκε. Σήκωσα χέρι στο πρώτο ταξί που, δυο αυτοκίνητα μετά του Θάνου, ερχόταν. Να ‘ναι καλά ο ταξιτζής, δεν με ρώτησε για την αμφίεσή μου μήτε απόρησε με τη διεύθυνση που ήταν ενός κανονικού σπιτιού και όχι γνωστού ψυχοθεραπευτηρίου.

   Σαν κυνηγημένη ανέβηκα δυο-δυο τις σκάλες. Ξεκλείδωσα γρήγορα την πόρτα. Από ποιον έτρεχα να ξεφύγω; Ξέπνοη άδειασα το κορμί μου στο κρεβάτι. Άραξα εκεί με ένα πακέτο τσιγάρα πλάι μου και μουσική.

   Τώρα όλα γύρω μου, νότες, καπνός, σκέψεις,  γυρίζουν σαν καρουζέλ σε λούνα παρκ. Γυρνούν, γυρνούν ώσπου δεν υπάρχουν πια, γίνονται μια χρωματιστή γραμμή μονάχα που με παίρνει μαζί της. Είμαι ευτυχισμένη.

   Χτυπά το τηλέφωνο. Δεν με νοιάζει ποιος είναι. Δεν θέλω να  το ακούω. Δεν απαντώ. Δεν με ενδιαφέρει κανένας και τίποτα. Θέλω να μ’ αφήσουν όλοι στην ησυχία μου. Θέλω ηρεμία, προστασία και προδέρμ. Να κλείσω τις πληγές μου. Να μην αισθάνομαι τίποτα. Να μην υπάρχει τίποτα. Να μεταφερθώ σε έναν άλλο κόσμο.

   Ξαναχτυπά το τηλέφωνο. Επιμένει. Υπνωτισμένη σχεδόν, όντας στο υπερπέραν, απαντώ. Είναι ο Άρης. Τρελός από ανησυχία, μου λέει ότι έρχεται αμέσως. Ψιθυρίζω χαμογελαστά να καθίσει εκεί που κάθεται. Σιγά μην με άκουγε. Σαν να πέταξε κι έφτασε την αμέσως επόμενη στιγμή.

   Χτυπά το κουδούνι. Ανοίγω με ένα τσιγάρο στο χέρι. Διακρίνω το έκπληκτο βλέμμα του. Ακούω την ανησυχία του.

   «Τι σου συμβαίνει, κούκλα μου;»

   Τον κοιτώ και δεν τον βλέπω. Δεν μιλώ. Μόνο κάθομαι στο κρεβάτι με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο.

   «Καλά, μη μου λες. Βάλε όμως ένα μαξιλάρι πίσω σου να ακουμπάς άνετα. Έλα, κούκλα μου».

  Τρυφερότητα. Πολλή τρυφερότητα εισπράττω. Και διακριτικότητα. Και ασφάλεια.

   Κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι. Παίρνω το πακέτο με τα τσιγάρα. Το προηγούμενο τσιγάρο μου καίει ακόμα στο τασάκι. Περισκόπια τα μάτια του παρακολουθούν  τα χέρια μου. Με διατάζει τρυφερά να σταματήσω να καπνίζω. Δεν του δίνω σημασία. Βγάζω ένα τσιγάρο από το πακέτο.

   «Άσε κάτω το τσιγάρο», επαναλαμβάνει σταθερά.

   Αδιαφορώ.

   «Άσε κάτω το τσιγάρο», ξαναλέει πιο έντονα και ακόμα πιο σταθερά.

   Τα μάτια του με καρφώνουν. Με διατάζουν και με μαλώνουν.

   Κοιτάζω τα μάτια του έχοντας το τσιγάρο στο χέρι. Μαργαρίτες, μαλακές μυρωδάτες παιδικές κουβερτούλες, χάδια, νανουρίσματα, γράμματα (άαλφα, πιι, ήητα, γάαμα), παπαρούνες κόκκινες, ήλιοι χρυσαφιοί, τριαντάφυλλα ροζ, στροβιλίζονται απαλά μέσα τους. Ξεχύνονται. Με περιτυλίγουν.

   Ένας κόμπος στο λαιμό μού κόβει την ανάσα.  Μου είναι αδύνατο να μην υπακούσω. Αφήνω απαλά το τσιγάρο. Τα μάτια μου ξεχειλίζουν, χάνεται ο κόμπος. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και ξεσπώ σε ένα κλάμα γοερότατο. Νιώθω την απόλυτη αρσενική προστασία στην αγκαλιά του και αφήνω τη θηλυκή μου πλευρά να βρει διέξοδο, να απελευθερωθεί και  να καταλαγιάσει.

   Ώρες μετά…

…Στο κρεβάτι κείτονταν  ξαπλωμένες δυο ψυχές σε ένα κορμί.

(συνεχίζεται…)

 

 

 

 

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;