ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (9)

   Το Σαββατοκύριακο ο Άρης πρότεινε απόδραση  στη Χαλκιδική. Κουμπωμένη κάπως  -με έδερναν ακόμα τα διλήμματά  μου-  δέχτηκα. Αναρωτιόμουν ποιος ο λόγος να επιμένω πάντα να χαλάω τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου περιστοιχισμένη και στοιχειωμένη από ταμπού, τύψεις, κλπ. Ποιος μου τα φόρτωσε εμένα όλα τούτα; Γιατί δεν με άφηνα ελεύθερη να χαρώ ένα έρωτα πλουμιστό που με στόλιζε ευτυχία;

    Τα περιχαρακώματά μου τελικά κατεδαφίστηκαν ένα-ένα στην καυτή άσφαλτο κάτω από τις ρόδες ενός λεωφορείου. Το ταξίδι ήταν κάτι μεταξύ σχολικής εκδρομής και ταξιδιού νεόνυμφων.

  (Νεόνυμφων… πώς μου είχε έρθει ετούτη η κουβέντα η καθαρευουσιάνικη; Την άκουγα μικρή από τις γυναίκες του σογιού της μάνας μου.)

   Με τη δεξιά μου πλευρά να κολλάει από τον ιδρώτα στη δική του αριστερή και τις ψυχές μας μελωμένες, φτάσαμε  στην Άφυτο.

   Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι. Η μέρα  θαυμάσια. Περιπλανηθήκαμε χέρι-χέρι στην παραλία να βρούμε δωμάτιο. Εγώ το ήθελα με θέα. Ο Άρης δεν μπορούσε να μου χαλάσει το χατίρι. Το βρήκαμε εύκολα. Όπως το ‘θελα.

   Μπήκαμε μέσα. Το περιεργαστήκαμε βιαστικά. Τότε ήταν που είχα μια πολύ απρόσμενη αίσθηση. Πώς ένιωθα; Κάτι περίεργο, και μάλλον τόσο πρωτόγνωρο για μένα, που δεν το άφηνα καν να πάρει σχήμα στο μυαλό μου.

   Ο Άρης σε μια στιγμή ήρθε μπροστά μου. Έβαλε τα χέρια του γύρω από τη μέση μου.

«Ευχαριστημένη, κούκλα μου;»

Για απάντηση του ‘δωσα ένα παθιασμένο φιλί. Με  έριξε στο κρεβάτι κι έπεσε μαλακά πάνω μου.

Τότε ήταν που η αίσθηση ξεδιαλύθηκε.

   «Νιώθω σαν να ήρθαμε γαμήλιο ταξίδι», του είπα, ξαφνιάζοντας και μένα την ίδια  με αυτό που είχα ξεστομίσει. Σήκωσε το κεφάλι ψάχνοντας τα μάτια μου, έγνεψε καταφατικά με τα δικά του και άρχισε να με φιλά τρελά. Μέσα σε φιλιά ροδοπέταλα άκουσα τα λόγια του.

  «Δεν έχεις άδικο. Σε γαμήλιο ταξίδι είμαστε».

      Οι στιγμές μαζί του ονειρεμένες. Ντοκουμέντο μερικές φωτογραφίες, όπου το βλέμμα του Άρη καθώς με κοιτά είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. Σα να ‘μουνα  ο θησαυρός του. Ψευτονευρίασε μάλιστα που εγώ δεν κοιτούσα εκείνον παρά είχα τα μάτια μου στραμμένα στο φακό.

    Το βλέμμα του στεφάνι φωτεινό γύρω μου συνεχώς. Το κορμί του ντύμα μου πολύτιμο. Οι στιγμές μας διαχέονταν στο άπειρο. Παιχνίδιζαν με τα άστρα στον απέραντο ουρανό.

                                                        ***

    Μετά από εκείνη τη μαγική απόδρασή μας, αντί να απελευθερωνόμουνα και να αφηνόμουν, εγώ σκουντούφλαγα ακόμα πιο πολύ στις αμφιβολίες για το τι ζούσα και τι έπραττα.

   Για παράδειγμα, ήταν “πρέπον” να είμαι με κάποιον άνθρωπο έτσι χύμα, δίχως προοπτική εξέλιξης της σχέσης; Να ΖΩ απλά και μόνο; Εμένα μου είχαν μάθει να προχωρώ με πρόγραμμα στη ζωή, να προσμετρώ τις πράξεις μου, να τιμωρώ ίσως-ίσως τον εαυτό μου όταν η ευτυχία μου χαριζόταν.

   Ήταν “πρέπον” να άφηνα την καλή ευκαιρία παιδιού, το Θάνο, που τα είχε όλα («…και συμφέρει», έλεγε η διαφήμιση για το Μαρινόπουλο κάποτε) και θα ήταν και εύκολα προσβάσιμος με ένα αυτοκίνητο, με ένα λεωφορείο; (με τον Άρη στο εξωτερικό θα με έτρωγαν τα αεροπλάνα).

   «Πρέπον»…

«Τι τρέλες είναι αυτές, παιδί μου!»…

«Αχ, πάλι βρε θυγατέρα!»…

«Δεν είναι λογικά πράγματα αυτά.»…

   Κουβέντες, κουβέντες, μαμά, μπαμπάς, γνωστοί, συγγενείς… Όλες οι μέχρι τούδε καταγραφές μου στροβιλίζονταν στο αναδευτήρι της ψυχής μου. Κανείς τους δεν γνώριζε για τον Άρη, για όλες τις πράξεις μου, όμως, είχαν ισχύ τα παραπάνω.

   Και βούιζαν όλα. Και με ανακάτευαν.

Όταν ήμουν μόνη μου.

Γιατί όταν ήμουν με τον Άρη δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά οι δυο μας.

(συνεχίζεται. ….)

 

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;