ΠΑ…ΘΟΣ … 💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (13)

   Επέστρεψα στην πατρίδα οριστικά. Εκ των πραγμάτων δε βλεπόμαστε κάθε μέρα με τον Άρη. Το περίεργο είναι πως και οι δύο αποδεχτήκαμε την όλη κατάσταση πιο ψύχραιμα απ’ ότι την πρώτη φορά που μείναμε χώρια.

   Τότε κοντεύαμε να σαλτάρουμε από τη στέρηση της μυρωδιάς ο ένας του άλλου. (Α, ναι, δεν το ‘πα, τη μυρωδιά του κορμιού του Άρη μπορούσα πλέον να την οσφρίζομαι από μίλια -που λέει ο λόγος-  μακριά. Σαν τα λαγωνικά. Και κουνούσα την ουρά της ψυχής μου πέρα-δώθε από ευδαιμονία…)

   Τώρα, μετά από κάθε, έστω και ολιγόωρη, συνάντησή μας ένιωθα χορτάτη, ικανοποιημένη. Μου ήταν δυνατό να χαρώ τον Άρη μέσα σε μια μέρα. Στο τέλος της  τον αποχαιρετούσα ανάλαφρη, δίχως τον πόνο του αποχωρισμού στην καρδιά. Όλως περιέργως, φούσκωνα σαν κούρκα από μια τεράστια, υπέροχα ολοκληρωτική ευτυχία. Ευτυχισμένος και πλήρης και εκείνος με αποχαιρετούσε.

   Τα τηλεφωνήματά μας παρέμειναν σταθερά σε καθημερινή βάση. Κλεινόμουν στο δωμάτιό μου  μετά τις εφτά και μιλούσα με τις ώρες. Κατάληψη της τηλεφωνικής συσκευής είχα κάνει. Στους γονείς μου έλεγα ότι μιλούσα με τα κορίτσια. Σιγά μη με πίστευαν! Κουτόχορτο έτρωγαν οι άνθρωποι;

   Στο δωμάτιό μου είχα αναρτήσει φόρα παρτίδα μια φωτογραφία του Άρη, σε κορνίζα παρακαλώ. Με ρωτούσε η μαμά μου να μάθει ποιος ήταν τούτος ο νεαρός. Ο διάλογος παρέμενε απελπιστικά ο ίδιος κάθε φορά.

  «Ένα παιδί είναι. Ο Άρης.»

  «Το βλέπω πως είναι ένα παιδί. Ποιο παιδί; Τι είναι; Φίλος σου; Από πού είναι; Με αυτόν μιλάς στο τηλέφωνο;»

   « Ένα παιδί είπα, μαμά. Μην είσαι αδιάκριτη και περίεργη».

   Η κουβέντα με τη μαμά μου τελείωνε άδοξα , αφού ιδιαίτερη επικοινωνία όσον αφορούσε σε τέτοια θέματα δεν είχαμε και –δυστυχώς- δεν είχα ούτε μυαλό ούτε κουράγιο να την ξεκινούσα τότε. Έτσι  έμενε η μαμά μου με την απορία στο μάτι και με το θαυμασμό στο στόμα.

   «Ωραίο παιδί είναι πάντως!»


    Ένα απόγευμα πήρα το λεωφορείο και πήγα τον εαυτό μου εκδρομή στη θάλασσα. Με τον έρωτα του Άρη είχα βάλει σε δεύτερη μοίρα εκείνο το καλοκαίρι τη μεγάλη μου αγαπημένη.

    Όπως πάντα, έπιασα κουβέντα μαζί της. Της είπα τα μυστικά μου. Της άνοιξα την καρδιά μου. Έμεινα έκπληκτη με την κυνικότητα των λόγων μου. Πάντα πίστευα ότι ήμουν μια νεραϊδογεννημένη ονειροπόλα που αδυνατούσε να ζει την πραγματικότητα και μάλιστα την απέφευγε κιόλας. Με την υπόθεση του Άρη, όμως, διαπίστωνα πως πατούσα πάρα πολύ γερά τα πόδια μου στη γη. Οι ρεαλιστικότατες δηλώσεις μου μαδούσαν ένα-ένα τα φτερά της αλαφροΐσκιωτης παιδικότητας που την είχα για κύριο –και ανασταλτικό πολλές φορές- χαρακτηριστικό μου.

   Κατά βάθος ήξερα πολύ καλά τι μου γινόταν και πώς προχωρούσα. Χάρηκα με την ωριμότητά μου. Χάρηκα και με τον έρωτά μου.

    Με τον Άρη ήταν που μπερδεύτηκα λιγουλάκι. Τα συναισθήματά του για μένα ολοφάνερα. Οι προτάσεις γάμου είχαν καταντήσει ρουτίνα πλέον. Η Άννια δεν καταλάβαινα πού χωρούσε σ’ όλο αυτό. Μου δήλωνε πως εκείνη αγαπούσε. Το δικό μου το μυαλό αδυνατούσε να χωρέσει κάτι τέτοιο. Πώς ήταν δυνατόν να λιώνει με μένα, να μου κάνει προτάσεις γάμου και σ’ όλα τούτα να υπάρχει και η Άννια; Μήπως η Άννια αποτελούσε το προπύργιο της δικής του άμυνας μπρος στην εισβολή του έρωτα-κατακτητή που κι ίδιος δεν μπορούσε καλά-καλά να χωνέψει;

                                                       ***

Η φωνή της Λιάνας στο τηλέφωνο κατατρόπωσε φρούρια και εισβολείς.

  «Άκου, φιλενάδα, εγώ έχω μπουχτίσει εδώ. Έφτασε Αύγουστος κι ούτε που ξεκουνηθήκαμε. Τι θα γίνει; Θα σαλπάρουμε εμείς ποτέ; Όλοι φύγανε σε βουνά και θάλασσες. Εμείς θα μείνουμε εδώ να φυλάμε την πόλη από τους εχτρούς ή να καρτεράμε πότε θα έρθει ο κύριος -ή όποιος άλλος κύριος- Άρης; Άντε, πες μου, πότε άλλοτε είχε φτάσει το μέσον του καλοκαιριού και δεν είχαμε κανονίσει διακοπές! Μας πήραν τα μυαλά μας τα αρσενικά και ξεχάσαμε τους εαυτούς μας! Αμάν πια!»

   Δίκιο είχε. Παρόλο που η φούρκα της οφειλόταν εν πολλοίς στον πρόσφατο χωρισμό της. Εξάλλου εγώ διακοπές με τον Άρη δεν γινόταν να πήγαινα, μια και δεν μπορούσε να λείψει για μέρες από τη δουλειά του. Από την άλλη,  οι υπόλοιπες της παρέας την είχαν ήδη κοπανήσει.

   Αποφασίσαμε να πηγαίναμε οι δυο μας κάπου στις Κυκλάδες. Ακριβή τόπο δεν ορίσαμε.

«Φτάνουμε στον Πειραιά και παίρνουμε το πρώτο καράβι για νησί», είπαμε. Αποκλείονταν τα πολύβουα και κοσμοπολίτικα.

    Ήμαστε πολύ-πολύ χαρούμενες που για πρώτη φορά θα πηγαίναμε μόνες οι δυο μας σε νησί.

    Ξεκινήσαμε με το βραδινό λεωφορείο. Στα μπαγκάζια μου, εκεί ανάμεσα σε ρούχα, βιβλία και κασέτες,  ήθελα-δεν-ήθελα είχε τρυπώσει λαθρεπιβάτης και ο Άρης. Τον κουβαλούσα μαζί μου στο ταξίδι χωρίς να το ‘χω συνειδητοποιήσει ακόμη.

   Το ξημέρωμα ήμαστε στον Κηφισό. Ταξί κατευθείαν για Πειραιά. Αγουροξυπνημένες, με τα βαριά και ασήκωτα λαϊκά άσματα του ταξιτζή να ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μας, ζευτήκαμε τις αποσκευές μας.  Τα καράβια, πελώρια κήτη απέναντί μας, περίμεναν υπομονετικά να καταπιούν εκατοντάδες  ταξιδιώτες.

   Κατευθυνθήκαμε σε ένα πρακτορείο. Ο πράκτορας, ένας μεσόκοπος που αν δεν είχε βαρεθεί –ήταν προφανές- τη δουλειά του θα έδειχνε σίγουρα κάτω από πενήντα, κοίταξε με βλέμμα απλανές κάτι χαρτιά μπροστά του. Έπειτα  μας ανακοίνωσε αδιάφορα πως «Το πρώτο καράβι που φεύγει πάει Κύθνο, Σέριφο, Σίφνο, Μήλο. Μετά, στις 8…»

   Δεν χρειαζόταν να ακούσουμε τίποτα άλλο. Με ένα στόμα μια φωνή αποφασίσαμε Σέριφο.

 (συνεχίζεται…)

 

 

 

 

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;