ΠΑ…ΘΟΣ … 💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (15)

   Φτάσαμε μεσημέρι σχεδόν στο νησί. Κόσμος πολύς. Βρήκαμε ένα υπέροχο δωμάτιο με θέα προς τη Χώρα και τη θάλασσα. Καλύτερο κι απ’ ό,τι το ονειρευόμασταν.

    Από την πρώτη στιγμή ερωτεύτηκα παράφορα την πλατεία της Χώρας. Μου άρεζε να βρίσκομαι εκεί, να αποτελώ τμήμα της.

   Κάθε μέρα ξεκινούσε με ένα καφεδάκι στην πλατεία. Πήγαινα μόνη μου πρωί-πρωί. Άφηνα τη Λιάνα στην αγκαλιά του ύπνου, που τόσο είχε ανάγκη, και κινούσα  για την πλατεία.

   Στη διαδρομή  απολάμβανα τον τόπο στην πραγματική του διάσταση,  χωρίς τους τουρίστες-εισβολείς. Νοικοκυρές συμμάζευαν τις αυλές και τα σπίτια τους. Συμπαθητικές γιαγιούλες κάθονταν στα κατώφλια και πρόσφεραν απλόχερα την καλημέρα τους. Στο καφενείο οι  γέροντες του χωριού χαμογελαστοί όρθωναν την ταλαιπωρημένη πλάτη τους στο χρόνο.

   Εγώ περήφανα  όρθωνα τον αναστημένο και αναγεννημένο, χάρη στον έρωτά μου για τον Άρη, εαυτό μου. …  Ο έρωτάς μου, η ευλογία μου…

    Κάποια στιγμή ερχόταν και η Λιάνα. Πηγαίναμε για μπάνιο. Έπειτα για  φαγητό σε κάποιο ταβερνείο. Μετά στάση στην πλατεία και πάλι.

    Ήταν η  ώρα που έδυε ο ήλιος. Η κυρά Ρήνη μας έφτιαχνε καφέ ή μας ξυπνούσε μνήμες παιδικές με μια βανίλια υποβρύχιο και με θεσπέσια γλυκά του κουταλιού.

   Τις νύχτες τις περνούσαμε ήρεμα, μια και η νυχτερινή ζωή ήταν πιο έντονη στο λιμάνι. Εμείς δεν είχαμε δικό μας μεταφορικό μέσο. Χρησιμοποιούσαμε το λεωφορείο το οποίο, όμως, σταματούσε τα δρομολόγιά του τα μεσάνυχτα.  Έτσι συνήθως μέναμε στη Χώρα. Πίναμε ρακές σε ένα ουζερί   στην πλατεία και κουβεντιάζαμε. Γνωρίσαμε  την ιδιοκτήτρια και την παρέα  της και κάναμε μαζί τους συζητήσεις ατελείωτες.

    Όταν επιστρέφαμε στο δωμάτιο, εγώ έπαιρνα το τετραδιάκι μου και την άραζα στον ημικυκλικό προθάλαμο του σπιτιού. Μαγικός χώρος για μένα.  Καθόμουν σε μια ροτόντα με ασπροκεντημένο τραπεζομάντιλο. Πάνω του ένα βάζο κομμένες από τον κήπο μαργαρίτες. Πίσω μου πόρτες στη σειρά, η μία δίπλα στην άλλη, άγρυπνα μάτια-φρουροί της βεράντας, της ξεραΐλας, του πελάγους αντίκρυ και των άσπρων  σπιτιών της Χώρας, καντήλια κρεμαστά στο γκρεμό.

    Απόλυτη ησυχία μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Κανείς δεν είχε την ίδια διάθεση με μένα να απολαύσει τη νυχτιά. Ευτυχώς. Την απολάμβανα σ’ όλο το μεγαλείο της εγώ. Με τη σελήνη αλαβάστρινο δίσκο να σερβίρει το φως της σε ασημένια ποτήρια. Μεθούσα από πληρότητα.

   Τότε  συναντούσα τον Άρη στα βαθιά νερά της επιθυμίας. Εκεί, στο απέραντο γαλάζιο χαλί που απλωνόταν μπρος μου πέρα από τα βράχια. Και του μιλούσα.

   Έρεε η γραφή. Σκέψεις συνωστίζονταν και με παίρναν ταξίδια στον κόσμο το δικό τους. Σκέψεις που δεν είχαν περάσει ούτε ξυστά από το νου μου άλλη φορά.

    Εκεί γεννήθηκε  και εκείνη η τρελή η επιθυμία να ζήσω κάποτε σε ένα νησί.

 (συνεχίζεται…)

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;