ΠΑ…ΘΟΣ …💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (16)

    Το πρώτο βράδυ πήγαμε σε ένα μπαράκι στο λιμάνι. Δυο όμορφοι Αθηναίοι νεαροί μάς την πέσανε. Στην κοσμάρα μας εμείς, ούτε που τους δώσαμε σημασία. Εξάλλου, ποιος θα μπορούσε να εξοστρακίσει τον Άρη από την καρδιά μου, τον  καταληψία κάθε χιλιοστού της;

   Περνούσα καλύτερα με όσους δεν πρόβαλαν διάθεση ερωτικής κατάκτησης απέναντί μου. Έτσι ένιωσα άνετα –το ίδιο και η Λιάνα-  από την αρχή της γνωριμίας μας με τον Πέτρο και το Βασίλη.

***

    Ήταν  σούρουπο, στην πλατεία. Εκείνη τη μέρα η κυρά Ρήνη είχε φτιάξει μοσχοβολιστό ραβανί. Τρώγαμε και μουγγρίζαμε από ευχαρίστηση. Μας διέκοψε ένας  τριαντάρης –ίσως και βάλε- που μας ζήτησε ευγενικά φωτιά. Καθόταν στο διπλανό τραπέζι με ένα συνομίληκό του. Κουλτουριάρικες φάτσες. Πιάσαμε κουβέντα. Αποδείχτηκαν και καλλιεργημένοι άνθρωποι.

   Ζωγράφος ο Πέτρος, μέγας μελετητής και λάτρης της Ανατολής. Άνθρωπος των γραμμάτων. Με ευκολία μας παρέσυρε σ’ ένα ταξίδι νοερό στην ανατολίτικη  φιλοσοφία. Βαρκούλα μας το άφθονο  μικρασιάτικο αίμα που έρεε στις φλέβες μας.

   Ο Βασίλης, λεπτοκαμωμένος, λεπτεπίλεπτος, αέρινος, υπάλληλος σε εκτυπωτική εταιρία, με ατέλειωτους στίχους να του βαραίνουν το μυαλό. Της συγγραφικής τέχνης ετούτος.

   Τσουγκρίσαμε ίσαμε τέσσερις φορές το «τελευταίο» καραφάκι εκείνη τη βραδιά. Κι όλο σε κάποια μονοπάτια  παρασυρόμαστε κι «άντε ακόμα ένα, για το δρόμο, βρε παιδιά…»,  πήγε δύο η ώρα.

   Με θαλασσινή περιβολή ακόμα η Λιάνα κι εγώ, με δυο πετσέτες θαλάσσης ριγμένες στην πλάτη για τη βραδινή υγρασία, δώσαμε υπόσχεση να βρεθούμε την επόμενη μέρα. Είχαν προσφερθεί να μας πάνε με το αυτοκίνητό τους σε μια απομακρυσμένη, θαυμάσια παραλία.

    Στο δωμάτιο έκανα ένα ζεστό μπάνιο και έπεσα ξερή για ύπνο. Ήταν η μόνη νύχτα που δε με μέθυσε η σελήνη. Τα καραφάκια είχαν κλέψει τη δουλειά της.

   Στον ύπνο μου ο Άρης μού χάιδευε τα μαλλιά τρυφερά για να αποκοιμηθώ. Ύστερα συνέχισε να μου χαϊδεύει το κορμί. Ανατρίχιαζα και σκιρτούσα ολάκερη. Ύστερα είδα το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από το δικό μου. Τα χείλη του ανοιγόκλεισαν. Μου έλεγε πως …..

   …ντριιιν! ντριιιν!…

   … Χάδια, λόγια εξανεμίστηκαν. Μ’ άφησαν μονάχη να αγωνίζομαι να ξυπνήσω τα ναρκωμένα μου κομμάτια. Έχε χάρη που ο Πέτρος και ο Βασίλης μας είχαν κεντρίσει για τα καλά την περιέργεια για εκείνη τη «μοναδική» παραλία.

    Σε λιγότερο από μια ωρίτσα η Λιάνα κι εγώ καθόμαστε ήδη στο πίσω κάθισμα ενός άσπρου Ντεσεβό.  Γύρω μας σκόνη, ερημιά και πέτρα. Και κάπου εκεί ένα κατάλευκο εκκλησάκι. Αφημένο  στη μέση του πουθενά να συναγωνίζεται με τον τρούλο του το μπλε του ουρανού.

    Ξαφνικά αλληλοκοιταχτήκαμε με τη Λιάνα. «Τι κάνουμε οι τρελές; Πού πάμε;». Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, τέτοιο μέρος, τέτοιες πράξεις… Αφήσαμε την τύχη μας  στα χέρια του Θεού και συνεννοηθήκαμε ενδόμυχα να απολαύσουμε το κυκλαδίτικο τοπίο.

   Ο Πέτρος πάρκαρε σε ένα υψωματάκι. Πήραμε τα σακίδια και κατηφορίσαμε ένα φιδωτό μονοπατάκι. Στην τελευταία στροφή άνοιξα διάπλατα το στόμα να κραυγάσω θαυμαστικά για το μπλε της θάλασσας, τα ερειπωμένα αρχοντικά χτίσματα και το είμαι-σ’-άλλη-εποχή τοπίο.  Κανείς τριγύρω.

   «Ελάχιστοι φτάνουν μέχρι εδώ. Πού να φέρουν τα αυτοκίνητά τους σε τούτο τον κατσικόδρομο! Μέχρι να φτιάξουν το δρόμο θα μπορούμε να το απολαμβάνουμε ήσυχοι.»

    Αρχίσαμε να χαλαρώνουμε. Οι προθέσεις των παιδιών αγνότατες. Στο κάτω-κάτω, αν ήταν το γραφτό μας να μας βίαζαν ή να μας έσφαζαν εκεί στην ερημιά, δεν ωφελούσε σε τίποτα να χάναμε τις στιγμές απόλαυσης που μας απόμεναν!

   Απλώσαμε πετσέτες, ψάθες και άλλα συμπράγκαλα κάτω από ένα ισχνό δεντράκι. Ανοίξαμε και μια ομπρέλα θάλασσας που είχαν τα παιδιά. Έβγαλε ο Βασίλης μπρίκι, γκαζάκι και λοιπά και έφτιαξε καφέδες. Μας κέρασε ζεστά σταφιδόψωμα που ‘χε πάρει από το φούρνο με τα ξύλα.

   Μετά άρχισε να βγάζει και τα ρούχα του. Και το μαγιό του. Τον ακολούθησε ο Πέτρος. Γυμνοί, αγκαλιασμένοι, βούτηξαν στη θάλασσα!

   «Κορίτσια, ελάτε! Είναι υπέροχη!»

   Αυτόματα έστρεψα τα μάτια μου στη Λιάνα. Ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια. Οι άνθρωποι ήταν ζευγάρι και εμείς οι ανόητες χαμπάρι δεν είχαμε πάρει! Και είχαμε φοβηθεί κιόλας μη μας βίαζαν!

(συνεχίζεται…)

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.