ΠΑ…ΘΟΣ … 💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (22)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου

  Ξύπνησες το δαίμονα μέσα μου.

   Με κατακλύζεις.

Αναπνέεις με τα ρουθούνια μου.

   Μιλάς με τη φωνή μου.

   Σκέφτεσαι με τη σκέψη μου.

   Ζεις με τη ζωή μου.

  Πόσο παράλληλες μπορούν να είναι οι πορείες μας;

   Στο μεγάλο του  χρόνου ρολόι είμαι ο ωροδείκτης, είσαι ο λεπτοδείκτης.

   Χθες βράδυ καθόμουν στο μπαράκι έρμαιο της μουσικής και της φύσης.

   Στο δέντρο που λικνιζόταν απέναντί μου, τα μαλλιά σου.

   Στα σύννεφα τα κινούμενα, το χαμόγελό σου.

Στη σελάνα την αστραφτερή, τα μάτια σου.


   Είπα πως ήμουν ψύχραιμη. Τρίχες! Η ταρατσόπλακα μου ‘πεσε στο κεφάλι την επόμενη μέρα. Τότε  συνειδητοποίησα  πως δεν θα μπορούσα πια  να μιλάω μαζί του στο τηλέφωνο με τις ώρες. Εκτός κι αν έπιανα γκόμενο το γενικό διευθυντή του ΟΤΕ της περιφέρειας και μου ‘κανε έκπτωση στο μηνιαίο λογαριασμό!

   Το ότι θα ήμαστε χώρια το είχα ξαναζήσει . Στις νέες συνθήκες ήταν που θα έπρεπε να προσαρμοστώ. Άλλο παίρνω το λεωφορείο και σε λίγη ώρα βρισκόμαστε, άλλο κλείνω θέση στο αεροπλάνο. Το πρώτο είναι αμεσότατο. Το δεύτερο χρειάζεται μια προεργασία. Και λεφτά. Τα οποία εγώ ακόμα δεν είχα μπόλικα.

    Δεν μου ‘μενε, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά να τον σκέφτομαι και να περιμένω γράμμα (το είπε ο ίδιος πως θα το έκανε, αλλά εγώ πολύ αμφέβαλα) ή τηλεφώνημά του. Τηλέφωνο, βέβαια,  δεν είχε ακόμα στο σπίτι του.   Ήταν σε φάση μετακόμισης.

   Καλά κρασιά και καλό κουράγιο μου ευχόμουν και προχωρούσα στη ζωή.

   Με τι μυαλό προχωρούσα, τούτο είναι άλλο θέμα. Άνευ μυαλού. Καθόμουν να διαβάσω για τα δυο πτυχιακά μαθήματα και έγραφα στον Άρη. Κατσικάκια ανήσυχα χοροπηδούσαν στο κεφάλι μου λόγια και κουβέντες προς εκείνον.

   Ο Άρης ήταν παντού τριγύρω, όπου κι αν βρισκόμουν. Είτε στο σπίτι, είτε έξω.

    Ένα βράδυ πήγα με τα κορίτσια στο γνωστό μπαράκι. Κάθισα σε μια πολυθρόνα. Ένα πολύχρωμο καρουζέλ ολόγυρα. Στη μέση εγώ. Γύρω-γύρω η μορφή του Άρη έκανε σβούρες. Ζαλίστηκα. Στο δέντρο απέναντί μου εκείνος. Στο φεγγάρι το χαμόγελό του. Στη μικρή πισίνα εκείνος ξανά. Μπροστά στο Χριστόφορο κοντοστάθηκα, γιατί η μορφή του Άρη μπερδευόταν επικίνδυνα με τη μορφή του καλού μου μπάρμαν. Στο δικό μου κόσμο, κάτοικος ένας,  ο Άρης.

      Η  κατάστασή μου θα μπορούσε να είναι ανησυχητική, όχι όμως  για μένα. Εγώ είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στις τεράστιες ψυχικές δυνάμεις μου. Φράχτη τις είχα τοποθετήσει εντός μου να οριοθετούν το φευγιό μου. Είχα βάλει και συναγερμό. Μόλις χτυπούσε κόκκινο, θα τις επιστράτευα όλες για να με σώσουν.

   Προς το παρόν, ωστόσο,  βίωνα και απολάμβανα μια ακόμα πρωτόγνωρη κατάσταση εξαιτίας τού  και με τον Άρη.

 

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου

16:10

   Δεν το περίμενα. Αναστάτωση. Ένα σου τηλεφώνημα με παρέλυσε από χαρά. Χαρά απρόσμενη, ό,τι πιο όμορφο. Όταν σκέφτεσαι κάποιον, τον βλέπεις, λένε. Όταν σκέφτεσαι κάποιον, σου τηλεφωνεί, λέω εγώ.

   Σε συλλογιζόμουν απ’ το πρωί. Θα σε έβριζα αν δεν τηλεφωνούσες αυτήν την  εβδομάδα.

   Σ’ ΑΓΑΠΑΩ

   Έντονα

   Παράφορα

   Τρελά

   Μα όχι απεγνωσμένα.

16:20

   Μια μέρα βροχή θα γίνω, μυριάδες στάλες να λούσω το κορμί σου. (Θυμάσαι που μου έκανες μπάνιο; Θυμάσαι που λάτρευες να με κρυφοκοιτάς κάθε που εγώ έπλενα το κορμί μου;)

   Μια μέρα στο άρμα το λαμπρό του ήλιου θα ανεβώ. Αόρατα χέρια οι αχτίδες μου, παντού θα σε αγγίζουν.

  Θα είμαι εκεί δίχως να ξέρεις.

Και θ’ απορείς που η κάψα στο πετσί

  Φέρνει στο νου σου τη φωτιά του δικού μας καλοκαιριού.

 

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου

   Είσαι εκεί. Είσαι εδώ, Άρη.

   Μυριάδες τελίτσες η μορφή σου, σκόρπισαν. Εγώ τις συγκεντρώνω στο ψηφιδωτό σου και κρεμώ το κάδρο σου κάθε στιγμή μπροστά μου. Το πλαισιώνω με την κορνίζα σου. Είσαι κατιτίς δικό μου.

   Η ευτυχία άμπωτη σε μια παλίρροια απρόσμενη στην πολιτεία τη δική μου. Με βρήκε απροετοίμαστη.

   Το απρόσμενο είναι πιο δυνατό, λένε.

 

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου

   Δεν ξέρω τι είναι , στ’ αλήθεια, η αγάπη.

   Χαίρομαι όταν είσαι πλάι μου. Πετάω όταν απρόσμενα τηλεφωνείς. Τρελαίνομαι όταν κάνουμε έρωτα. Είμαι ευτυχισμένη που αποτελώ κομμάτι της ζωής σου. Γελάω σαν παιδί. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Αισθάνομαι το μεγάλο, κόκκινο τριαντάφυλλο της ψυχής σου, το βλέπω, το μυρίζω, το αγγίζω. Ονειρεύομαι το σκούρο ματζέντα  που σου αρέσει. Θα τα χρωμάτιζα όλα σκούρο ματζέντα με το βλέμμα μου για σένα.

  Αυτή είναι, άραγε, η αγάπη;

(συνεχίζεται…)

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;