ΠΑ…ΘΟΣ … 💗 ΠΑ…ΡΑΜΥΘΙ … σαν 💭 όνειρο… (21)

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου

12:10

   Είσαι ο άντρας της ζωής μου, Άρη. Οι άντρες της «μη ζωής» μας δεν μας κάνουν, Ρέα, γιατί εμείς τη θέλουμε τη ζωή.

18:15

   «Μ’ έκανες να μη θέλω να φύγω…Έδωσες νόημα στη ζωή μου αυτό το καλοκαίρι…Θα μου λες καλημέρα κάθε πρωί από τη φωτογραφία σου».

   Έφυγες ήδη. Πάντα θα σε σκέφτομαι.

   «Άντε, να σε βάλω σ’ ένα ταξί, γιατί μου σπας τα νεύρα», έλεγες και ξανάλεγες γεμάτος υπερένταση. Δεν αντέχεις τους αποχαιρετισμούς. Μόνο εγώ ήμουν στο αεροδρόμιο.

   «Θα σου τηλεφωνήσω από πάνω … Το ποιηματάκι σου θα το έχω – το έχω ήδη – στο πορτοφόλι μου και ίσως το γράψω και στον τοίχο. …

  …Έχω συνειδητοποιήσει πως τίποτα δε γίνεται πλέον με τη Άννια, γι’ αυτό και με βλέπεις να μην αντιδρώ καθόλου στο άκουσμα του αγαπημένου μας, κάποτε, τραγουδιού. Θέλω να είναι φίλη μου και θα προσπαθώ πάντα να περνάει καλά.»

   Πρώτη φορά σ’ άκουσα ν’ αναστενάζεις έτσι με την ψυχή σου. Ήταν που θα ‘φευγες σήμερα, ήταν η «γκαντεμιά» σου που σου έλαχαν δύο γυναίκες. (Είσαι γκαντέμης, λες, γιατί γνωρίζεις κοπέλες με τις οποίες θα ζούσες άνετα το υπόλοιπο της ζωής σου, αλλά δεν είσαι ακόμα έτοιμος για κάτι τέτοιο. Γιατί , ποιος είναι, Άρη; Ό,τι φτάσει έλεγες, μου φαίνεται.)

   «Μαζί σου ανακάλυψα τη δύναμη που έχει το βλέμμα μου, το ότι μπορώ να μιλάω με τα μάτια», μου είπες.

   Πράγματι, τα μάτια σου γελούσαν εκείνη τη στιγμή.

   Εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας.


    Ο Άρης έφυγε πρωί Κυριακής. Αποβραδίς  ήμουν στην αγκαλιά του. Πόσο απόθεμα μπορούσαμε να κρατήσουμε ο ένας από τον άλλον; Μνήμες μυρωδιές, λόγια, χειρονομίες, όλα τα αποθηκεύσαμε σαν τις καμήλες για να έχουμε να μηρυκάζουμε τις ώρες της μοναξιάς που μας περίμεναν.

   Πήγαμε μαζί στο αεροδρόμιο. Κανένας άλλος  δεν επέτρεψε να ήταν εκεί.

   «Δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς. Συγγενείς, φίλοι, δάκρυα, συναισθηματισμοί, με αποδιοργανώνουν. … Εσύ θα έρθεις;»

   Μόνο τούτο το  τελευταίο από τα λόγια του με ενδιέφερε τότε. Τούτο  κράτησα. Την αποδιοργάνωσή του σε καταστάσεις συναισθηματικά φορτισμένες την προσπέρασα. Ούτε καν την κράτησα, έστω ως σημείο αναφοράς στις δυσκολίες που θα ερχόντουσαν. …

   Η υπερέντασή του είχε μετατραπεί σε μια γλυκιά λογοδιάρροια. Την απολάμβανα. Μου φανέρωνε ψηφίδες του εαυτού του. Εγώ τις ενσωμάτωνα στο δικό μου ψυχικό ψηφιδωτό. Έτσι θα τον είχα πιο γερά στερεωμένο μέσα μου.

   Κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη  το πορτοφόλι του. Το άνοιξε. Από μια θήκη τράβηξε με προσοχή ένα διπλωμένο χαρτάκι. Μου το  έδειξε. Ξαφνιάστηκα. Δεν περίμενα ότι θα το είχε ακόμα. Ένα  ποίημα που μια μέρα του είχα γράψει.

   «Είσαι εσύ μαζί μου», μου είπε.

   Σε λίγο έφερε την κουβέντα γύρω από τη Άννια. Θύμωσα. Όχι πάλι αυτή. Πριν προλάβω να τον διακόψω, «Με ενδιαφέρει σα φίλη και μόνο», μου δήλωνε με ειλικρίνεια.

   «Η γυναίκα που γουστάρω είσαι εσύ».

    Άκουγα λοιπόν –πέρα από το τι καταλάβαινα τόσον καιρό- πως είχα κατορθώσει να εξοβελίσω την ερωτική ύπαρξη της Άννιας. Γιατί κάτι μου έλεγε, όμως, πως τον πληγωμένο του εγωισμό σε σχέση με τη Άννια κανένας, ούτε βασικά ο ίδιος, δεν είχε κατορθώσει να τον εξοβελίσει;

   Πλησίαζε η ώρα της επιβίβασης. Ο  Άρης  γινόταν ολοένα πιο νευρικός και αμήχανος. Δεν το περίμενα. Ούτε από τον εαυτό μου περίμενα να είμαι τόσο ψύχραιμη.

   Τότε παρατήρησα εκείνο το ανήσυχο σταύρωμα-ξεσταύρωμα των χεριών του, όπως την πρώτη μας  βραδιά στη Θεσσαλονίκη. Τον  ρώτησα προς τι αυτή  η κίνηση. Χαμογέλασε. Τα μάτια του έφεραν μια γύρα το πρόσωπό μου. Να το πει ή  να μην το πει;

   «Κούκλα μου, δείγμα εκνευρισμού  και αμηχανίας ήταν. Πέθαινα να σε φιλήσω εκείνο το βράδυ, ήθελα ν’ αρπάξω τα χείλια σου, να τα ρουφήξω. Πώς  να σε πίεζα, όμως; Μου φαινόσουν ζόρικη, με την έννοια πως δεν θα σήκωνες κάτι τέτοιο τόσο γρήγορα. Σκεφτόμουν πως, αν τολμούσα ένα φιλί, μπορεί   να έτρωγα κανένα χαστούκι και να χαλούσα την όλη φάση. Έτσι  κρατιόμουνα. Και προσπαθούσα να απασχολώ τα χέρια μου!»

   «Τώρα όμως μπορείς να με φιλήσεις, Άρη. Γιατί είσαι εκνευρισμένος, λοιπόν;»

   Μάλλον είχα αρχίσει να εισβάλω σε πολύ ευαίσθητα ψυχικά πεδία. Ο αμυντικός του συναγερμός λειτούργησε άμεσα.

   «Α, δεν θα κάνουμε ολόκληρη κουβέντα τώρα τι κάνω εγώ με τα χέρια μου! Ό,τι θέλω κάνω! …».

   ΟΚ, Άρη μου! Μη, κακά, φεύγω από κει.

   Δεν είχα καμία διάθεση να βρω μια απάντηση στην ερώτησή μου μεν, να θυμώσω και να χάσω εκείνον δε. Ήταν καρφωμένη στο μυαλό μου τότε η πεποίθηση πως για να με θέλει κάποιος όφειλα να είμαι ένα καλό κορίτσι, υπάκουο και πειθήνιο, που δεν προκαλεί ούτε εκνευρίζει το  αρσενικό της.

   Άσχετα αν ο Διονύσης επέμενε απόλυτα : «Οι άντρες δεν θέλουμε έναν άγγελο δίπλα μας, κοπέλα μου. Άνθρωπο θέλουμε. Με όλα τα στραβά και τα ελαττώματά του. Με τις επαναστάσεις και τη γκρίνια του. Καλός είναι  ο άγγελος, αλλά για λίγο. Βγάλε και το δυναμισμό σου. Μπόλικο τον έχεις. Πάτα λίγο πόδι. Φτύσε λίγο τον άλλον. Να έχει ένα κίνητρο να σε ποθήσει και να σε κυνηγήσει.»

   Εκείνη τη στιγμή έφτυσα εγώ τις συμβουλές του Διονύση και έσπευσα να καλμάρω τον Άρη μου. Πώς να έβρισκα το κουράγιο  να πίεζα το θησαυρό μου για μια απάντηση; Πολυτιμότερη για μένα ήταν η καλή του διάθεση απέναντί μου.

(συνεχίζεται…)

 

 

 

 

 

Αυτά ελάλησε η MerryFairy... Εσείς τι έχετε να πείτε;

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.